Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Η νονά μου η γοργόνα


Βρέθηκε στην παραλία. Η θάλασσα ένα υδάτινο χαλί μπροστά στα πόδια της. Κύματα φόβου έσκασαν στην καρδιά της. Με πέλματα να βουλιάζουν στην άμμο ένιωσε τα χέρια της να γίνονται κουπιά. Ονειρευόταν τη μέρα που θα τα βουτούσε στη θάλασσα. Και θα κολυμπούσε τόσο δυνατά που με λίγες απλωτές θα βρισκόταν στο απέναντι νησί. Εκεί όμως στα παραμύθια που θυμόταν από παιδί ήταν η χώρα της γοργόνας. Τα πέλματά της βυθίστηκαν πιο βαθιά.

Η γοργόνα ήταν ο εφιάλτης της. Αν και μεγάλο παιδί πια συνέχιζε να τρέμει στην ιδέα μήπως τη συναντήσει. Φοβόταν ότι θα της έκανε κακό. Ότι θα την κατασπάραζε με τα σουβλερά της δόντια. Και θα την άφηνε να ξεψυχήσει στα βράχια.

Έκλεισε τα μάτια. Απλώθηκε στην άμμο σαν αλευρωμένο ψάρι λίγο πριν το πετάξουν στο τηγάνι. Προτιμούσε να μοιάζει με μαρίδα κολλημένη στην παραλία παρά να διακινδυνεύσει τη ζωή της.

Όπως φύσηξε ένα απαλό αεράκι έφτασε μια φράση στα αυτιά της:
"Αποκάλυψε το κορμάκι σου κορίτσι! Κανείς δεν θα σου κάνει κακό, όταν δει τη γύμνια σου."

Σαν υπνωτισμένη στάθηκε και πάλι στα δυο της πόδια. Με βηματισμό αργό και σταθερό κινήθηκε στην ακροθαλασσιά. Τα δαχτυλάκια των ποδιών της είχαν ήδη μουσκέψει. Έμενε το έκτο δαχτυλάκι από το ένα της πόδι να βουτήξει κι εκείνο.

Με τα έντεκα δάχτυλα να δροσίζονται στη θάλασσα φαντάστηκε μια γοργόνα να κολυμπά μπροστά της. Την άκουσε μάλιστα να της λέει: "Είσαι μοναδική σαν κι εμένα! Τόσο διαφορετική, τόσο όμορφη!"

Το κορίτσι πήρε μια βαθιά ανάσα. Βάφτισε το σώμα της σε νερά γενναιότητας.


Δεν υπάρχουν σχόλια: