Πέμπτη, 13 Μαΐου 2021

Ραντεβού επανεκκίνησης


 Σ' εκείνο το ραντεβού θα πήγαινα με νύχια βαμμένα μπλε.

Το μπλε της γαργαλιστικής προσμονής, το μπλε της διαύγειας.

Διαυγής και ξεκάθαρη θα χαμογελούσα στη διαδρομή.

Διαδρομή με τακουνάτο ήχο. 

Ήχο που θα πήγαινε να συναντήσει μια γροθιά. Γροθιά Κόκκινη.

Κόκκινα τα χείλη θα έσκυβαν τα τη φιλήσουν. 

Απαλά χείλη, γερή γροθιά. 

Το σμήξιμο δυο στοιχείων.

Το ραντεβού της επανεκκίνησης.

Της τρυφερότητας και της δύναμης.

  

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021

To αγόρι

Μια φορά και έναν καιρό προς το τέλος της μαυρίλας του πολέμου γεννήθηκε ένα αγόρι. Ήταν σίγουρα Αύγουστος του 1944. Η ακριβής μέρα δεν γράφτηκε. Δεν υπήρχε χρόνος για shower party και μωρουδιακά γεννητούρια. Οι γονείς του αγοριού έδιναν μάχη για επιβίωση. Έτσι λοιπόν και το αγόρι βαφτίστηκε από μικρός "μαχητής". Βγήκε από νωρίς στο πεδίο της μάχης. 

Με εφόδια την πίστη στον αγώνα, τη συνέπεια, το κοινό καλό, την αλληλεγγύη, την προσφορά, την ηθική, την υπευθυνότητα. Και το αγόρι μεγάλωνε. Και οι αγώνες του έδιναν λάμψη. Και αυτή τη λάμψη άρχισε να διαχέεται γύρω του. Όσοι τον γνώριζαν γίνονταν λίγο πιο φωτεινοί. Και με τη σειρά τους έστελναν το φως και σε άλλους. Σαν μικρές φλόγες γίνονταν οι άνθρωποι. 

Ώσπου ήρθε η μέρα που το αγόρι σταμάτησε λάμπει. Το 2021 η φλόγα του έσβησε. Το φως όσων τον γνώρισαν παραμένει ολόγυρα. Συνεχίζοντας να απλώνει διαύγεια και ζεστασιά.

Κρατάω το φωτεινό παράδειγμα από αυτό το αγόρι. Που έζησε με συνέπεια, τόλμη και άφησε μια υστεροφημία ανθρωπιάς. Αφήνω την καρδιά μου να συνδεθεί με την καλοσύνη που σκόρπισε τριγύρω. 

Το αγόρι είναι ο πατέρας μου. Και είμαι περήφανη για τις αξίες που με δίδαξε. Και αγκαλιάζω τα χαρακτηριστικά μου που είναι όμοια μαζί του. Κάπως έτσι είναι σαν να δίνω μια αγκαλιά σε εκείνον.

Σ' αγαπώ μπαμπά...

Κυριακή, 18 Απριλίου 2021

Ανάθεμα το ανάθημα

Ανάθεμα την ώρα που αγκάλιασα την αβεβαιότητα. 

Δεν έμεινε μια στάλα χώρος για σιγουριά.

Ανάθεμα τη στιγμή που κορυφώθηκε η ταπεινότητα. 

Καμιά λέξη να ηχεί με μεγαλείο στα αυτιά.

Ανάθεμα την περίοδο που θρονιάστηκα σε μια καρέκλα. 

Καμιά στο έδαφος πατημασιά.

Αναθεματισμένη αιωνιότητα που φέρνεις το ανάθεμα. 

Ανάθεμά με που ακόμα κι εκεί μέσα ένα ανάθημα θα βρω. 

Κλείνω τα μάτια και το προσφέρω στο δικό μου εαυτό.

Η καρδιά μου ένα τύμπανο να συντονίζεται με το ρυθμό.    

Αναθεματισμένο της μουσικής ανάθημα.

Είσαι τόσο καταπραϋντικό, τόσο συγκινητικό, τόσο αισθησιακό.

Τόσο,

 

Τρίτη, 13 Απριλίου 2021

Προθυμία

H Απροθυμία ζαλισμένη από την ξάπλα σκέφτηκε να σηκώσει για λίγο τον κορμό της. Άνοιξε τα μάτια και κούμπωσε το τελευταίο κουμπί. Τι κι αν κόντευε να πνιγεί; Ήθελε να βεβαιωθεί ότι όλα τα ρούχα της ήταν γερά τυλιγμένα στο κορμί της. Δεν θα άντεχε να βγάλει ούτε για μια στιγμή τη ζακέτα της. Είχε ρυθμίσει έτσι την ενδυμασία, ώστε να προσαρμόζεται στην εκάστοτε θερμοκρασία. 

Είχε μπει η άνοιξη. Θα μπορούσε να αφαιρέσει το πανωφόρι της. Θα μπορούσε ακόμα να μείνει με την μπλούζα της. Ούτε για αστείο! Η Απροθυμία δεν θα δοκίμαζε τίποτα. Δεν θα έπαιρνε κανένα ρίσκο. Εκτός και αν ήταν απόλυτη σίγουρη για το αποτέλεσμα. Μόνο τότε θα άρχιζε να ξεκουμπώνεται.

Οι μέρες είχαν ζεστάνει για τα καλά. Εκείνη ακόμα με τη ζακέτα. Τουλάχιστον ξεκούμπωτη. Για την ακρίβεια φορεμένη χωρίς μανίκα. Σαν μπέρτα ενός ήρωα που είχε χάσει τις δυνάμεις μου.  Ώσπου ένα βράδυ φύσηξε ένα αεράκι απρόσμενο και δυνατό. Την πέτυχε να βαδίζει. Δεν πρόλαβε να αρπάξει το ύφασμα από τους ώμους της. Η ζακέτα κυμάτισε σαν ξέπνοο λάβαρο. 

Απρόθυμη να τρέξει να την πιάσει. Απρόθυμη να συνεχίζει να περπατά. Έκλεισε τα μάτια έτσι όπως ήταν όρθια. Το αεράκι άρχισε να χαϊδεύει τα βλεφαρά της. Καθόλου δεν την πάγωνε. Μάλλον της έδινε μια αιφνίδια ευχαρίστηση. Άρχισε να παρατηρεί πώς αλλιώς το χάδι απλωνόταν σε όλο της το κορμί. Και όπως συνέχιζε να φυσά πήρε μακριά το Α. Και έτσι εκείνο το βράδυ γεννήθηκε η Προθυμία.

Την επόμενη μέρα το πρωί έρριξε μια βουτιά με ρούχα βαφτιστικά. Συνήθιζε να κοιτά τη θάλασσα από μακριά. Φοβόταν για το τι θα έβρισκε στα βαθιά. Σήμερα έμαθε. Βρήκε μια στιγμή φρεσκάδας. Άπλωσε το κορμί της στην παραλία. Και λίγο μετά μισοβρεγμένη και μισοστεγνή, μα ολότελα βαφτισμένη, άρχισε να περπατά χωρίς μπέρτα, χωρίς ζακέτα, χωρίς ρούχα βαφτιστικά, χωρίς Α. 

Η Προθυμία θα έκανε βουτιές, θα όργωνε χωράφια, θα άραζε, θα χοροπηδούσε, θα πειραματιζόταν. Μα κυρίως θα εξερευνούσε τη γύμνια της. 

Αν την συναντήσεις, κάνε παρέα μαζί της. Μην την θεωρήσεις πρόστυχη. Μην την κρίνεις ως προκλητική. Μείνε να δεις τη δική σου γύμνια πάνω της. Μπορεί κάπως έτσι να προκύψει και μια δική σου βάφτιση. 

Τρίτη, 6 Απριλίου 2021

Το γκρι και το γαλάζιο

Το γκρι της αβεβαιότητας. 

Η μπόρα του θρήνου που ακόμα να ξεσπάσει.

Τα σύννεφα που μπέρδεψαν το μοιρολόι με το χορό.

Ο ουρανός μια αγκαλιά.

Το γαλάζιο στην άκρη.

Έβγαλα το μαχαίρι και έκοψα μια φέτα από το γαλάζιο.

Και όπως έλιωσε στο στόμα μου συνέχισα να αναπνέω.

Με μια καρδιά γκρίζα. Με μια γλώσσα γαλάζια. 

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2021

Σκράπας*


Σκράπας. Μια λέξη τόσο παράξενη. Για να σταματήσει να την ακούει, έφυγε μακριά. Μπάρκαρε. Μάταιη απόδραση. Και εκεί 
από τη δεύτερη κιόλας μέρα ένας άλλος ναύτης τον αποκάλεσε σκράπα. 

Θα μπορούσε να φύγει πάλι σε έξι μήνες. Τόσο θα διαρκούσε το ταξίδι. Με το που θα έπιαναν στεριά, εκείνος θα έτρεχε και πάλι. Μακριά από στόματα. Μακριά από βλέμματα. 


Δεν πρόλαβε να ισορροπήσει το πέλμα του στη γη και ξεκίνησε να τρέχει. 


“Πού πας ρε σκράπα έτσι βιαστικός;” τα σχόλια σαν γλάροι φτερούγιζαν πάνω από το κεφάλι του. Δεν είπε αντίο σε κανέναν. 


Ώσπου σκόνταψε σε ένα ποδήλατο. 


"Μα τι σκράπας που είμαι!” φώναξε μόνος του, όπως σωριάστηκε στο έδαφος. Ευτυχώς με λίγες μόνο γρατσουνιές. 


“Σκράπας; Μα τι λέξη είναι αυτή;” ακούστηκε μια φωνή. Μπροστά του ήταν το ποδήλατο που είχε ρίξει στο έδαφος με το τρεχαλητό του. Δεν έβλεπε κανέναν άλλο εκεί. Ποιος είχε μιλήσει; Στην προσπάθεια του να σηκωθεί ένιωσε ένα χέρι στο ώμο του.


“Θέλεις να σε βοηθήσω;”. Δίπλα του στεκόταν ένα αγόρι. 


“Εγώ σου χάλασα το ποδήλατο και εσύ θα με βοηθήσεις;” έδωσε εκείνος τη σκραπική του απάντηση. 


“Αύριο μπαρκάρω για πρώτη φορά. Ονειρευόμουν αυτή τη μέρα εδώ και χρόνια. Δεν θα χρειάζομαι πια το ποδήλατο” απάντησε το αγόρι, καθώς τον βοηθούσε να σηκωθεί. 


Βημάτισε προς το ποδήλατο και με μια κίνηση μερακλίδικη έπιασε το τιμόνι και το στερέωσε. 


Επέστρεψε και πάλι δίπλα σε εκείνον. “Με αυτό δεν θα χρειάζεται να τρέχεις  και να σκοντάφτεις. Σου το χαρίζω” μίλησε με μια πεταλιά. 


“Μα δεν με ξέρεις καν. Πώς μπορείς να μου κάνεις ένα τέτοιο δώρο;” έφυγε το ερώτημα σαν αλυσίδα που γλιστρά από τη θέση της.


“Βρέθηκες δίπλα μου και αυτό έχει σημασία” έπεσε η φράση σαν άγκυρα στο διάλογο.


“Το δίπλα έχει γεύση εμπιστοσύνης και απόλαυσης. Το απέναντι μυρίζει φόβο. Και τα ρουθούνια μου κουράστηκαν από αυτή τη μυρωδιά.”


Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο με βλέμμα διάφανο και ρουθούνια να αναπνέουν προσμονή. 


Στο δίπλα δεν ηχούσε πια καμιά παράξενη λέξη.



*Στέλνω ένα παιχνιδιάρικο "δίπλα" στον Δ.Δ. για την έμπνευση :)


Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2021

Η ξενάγηση


Αν η παρανομία είχε εμφάνιση, θα την έβλεπες να φορά κολάν και φούτερ. 
Για να της δίνει ευελιξία, αν χρειαστεί να τρέξει. 

Αν η παρανομία ήταν διαδρομή, θα είχε ως προορισμό ένα παλάτι. 
Για να νιώθει τη διαδρομή ατμοσφαιρική.

Αν η παρανομία είχε συνοδοιπόρο, θα συναντούσε δυο ρόδες. 
Ρόδες που γιορτάζουν μια επέτειο κάθε Μάρτη. 

Αν η παρανομία ήταν γιορτή, θα σε κερνούσε σοκολατάκια με αμύγδαλο. 
Αντί για μουσική θα έπαιζαν οι βολές των όπλων στον αέρα.

Αν η παρανομία έδειχνε αντοχή, θα σκαρφάλωνε στο λόφο. 
Στο λόφο του προφήτη.

Αν η παρανομία γινόταν φίλη με τον προφήτη, θα έκανε προβλέψεις. 
Προβλέψεις που θα φυτεύονταν σε μια πράσινη ματιά. 
Ματιά που κοιτάζοντας ψηλά θα έβλεπε τη στατιστική κατανομή να γίνεται χαρταετός. 
Και η παρανομία τότε θα άλλαζε εμφάνιση. 

Την βλέπεις στην ουρά του. 
Μόλις κατάλαβες ότι έπρεπε να παρανομήσει. 
Για να καταφέρει να χαρεί την ελευθερία της. 
Μόλις κατάλαβες ότι χάριν στην ελευθερία της προσγειώθηκε στο παλάτι σου. 
Και θέλει να σου πει ευχαριστώ.
Επειδή μέσα από την ξενάγησή σου η παρανομία απελευθερώθηκε σε ευκαιρία.
Αν θέλεις, μπορείς να την αρπάξεις.